βελουλκός

βελουλκ-ός, ,
A instrument for drawing out darts, ibid.
II= δίκταμνος, Ps.-Dsc.3.32.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βελουλκός — βελουλκός, ο (Α) 1. χειρουργικό εργαλείο για την αφαίρεση βέλους από τραύμα 2. το φυτό δίκταμο. [ΕΤΥΜΟΛ. < βέλος + ουλκος < ολκή ή ολκός] …   Dictionary of Greek

  • βελουλκός — instrument for drawing out darts masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βελουλκία — βελουλκία, η (Μ) [βελουλκός] εξαγωγή, αφαίρεση βελών από τραύμα …   Dictionary of Greek

  • βελουλκώ — βελουλκῶ ( έω) (Α) [βελουλκός] αφαιρώ, αποσπώ βέλος από τραύμα …   Dictionary of Greek

  • βελουλκοῦ — βελουλκέω draw out darts pres imperat mp 2nd sg (attic) βελουλκέω draw out darts imperf ind mp 2nd sg (attic) βελουλκός instrument for drawing out darts masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.